to scrub up
scrub
skrʌb
σκραμπ
up
ʌp
απ

Ορισμός και σημασία του "scrub up"στα αγγλικά

to scrub up
01

τρίβω τα χέρια και τα μπράτσα, πλένω τα χέρια και τα μπράτσα διεξοδικά

to thoroughly wash one's hands and arms before the surgical operation 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
scrub
ενεστώτας
scrub up
γ΄ ενικό πρόσωπο
scrubs up
ενεστώτα μετοχή
scrubbing up
απλός αόριστος
scrubbed up
παθητική μετοχή
scrubbed up

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store