scripted
scrip
ˈskrɪp
σκριπ
ted
tɪd
τιντ
/skɹˈɪptɪd/

Ορισμός και σημασία του "scripted"στα αγγλικά

01

γραμμένο εκ των προτέρων, προετοιμασμένο

written beforehand, particularly for a play, movie, or broadcast
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most scripted
συγκριτικός βαθμός
more scripted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The scripted instructions guided the participants through the experiment, ensuring consistency in the data collection process.
Οι προγραμματισμένες οδηγίες καθοδήγησαν τους συμμετέχοντες μέσα από το πείραμα, διασφαλίζοντας τη συνέπεια στη διαδικασία συλλογής δεδομένων.

Λεξικό Δέντρο

unscripted
scripted
script
scribe
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store