Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Script
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scripts
Παραδείγματα
He submitted his script to the studio, hoping for it to be turned into a film.
Υπέβαλε το σενάριο του στο στούντιο, ελπίζοντας να μετατραπεί σε ταινία.
02
γραφή, σύστημα γραφής
a system of writing or set of characters used for a particular language or orthography
Παραδείγματα
Learning a new script can be challenging for beginners.
Η εκμάθηση ενός νέου συστήματος γραφής μπορεί να είναι προκλητική για αρχάριους.
03
χειρόγραφο, γραπτό έγγραφο
any text or document written by hand
Παραδείγματα
The script on the wall was faded but legible.
Η γραφή στον τοίχο ήταν ξεθωριασμένη αλλά αναγνώσιμη.
to script
01
γράφω, σενάριο
to write the words used in a movie, play, etc.
Transitive: to script narrative of visual media
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
script
γ΄ ενικό πρόσωπο
scripts
ενεστώτα μετοχή
scripting
απλός αόριστος
scripted
παθητική μετοχή
scripted
Παραδείγματα
The marketing team collaborated to script a persuasive advertisement for the new product.
Η ομάδα μάρκετινγκ συνεργάστηκε για να γράψει το σενάριο μιας πειστικής διαφήμισης για το νέο προϊόν.
Λεξικό Δέντρο
postscript
prescript
rescript
script



























