Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Script
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scripts
Παραδείγματα
The actor memorized his lines from the script before the performance.
Ο ηθοποιός απομνημόνευσε τα λόγια του από το σενάριο πριν από την παράσταση.
02
γραφή, σύστημα γραφής
a system of writing or set of characters used for a particular language or orthography
Παραδείγματα
Cyrillic is a script used in Russian and other languages.
Το κυριλλικό είναι ένα σύστημα γραφής που χρησιμοποιείται στα ρωσικά και σε άλλες γλώσσες.
03
χειρόγραφο, γραπτό έγγραφο
any text or document written by hand
Παραδείγματα
The poet's original script was preserved in the archive.
Το αρχικό σχέδιο του ποιητή διατηρήθηκε στο αρχείο.
to script
01
γράφω, σενάριο
to write the words used in a movie, play, etc.
Transitive: to script narrative of visual media
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
script
γ΄ ενικό πρόσωπο
scripts
ενεστώτα μετοχή
scripting
απλός αόριστος
scripted
παθητική μετοχή
scripted
Παραδείγματα
The playwright diligently scripted a compelling drama that resonated with the audience.
Ο θεατρικός συγγραφέας έγραψε επιμελώς ένα συναρπαστικό δράμα που βρήκε απήχηση στο κοινό.
Λεξικό Δέντρο
postscript
prescript
rescript
script



























