Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
screechy
01
τσιριχτός, οξύς
having a high-pitched, harsh, and grating sound that often causes discomfort
Παραδείγματα
The parrot let out a screechy call that echoed through the house.
Ο παπαγάλος άφησε ένα στριγκλιστό κάλεσμα που ηχούσε σε όλο το σπίτι.
Λεξικό Δέντρο
screechy
screech



























