Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
screechy
01
τσιριχτός, οξύς
having a high-pitched, harsh, and grating sound that often causes discomfort
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
screechiest
συγκριτικός βαθμός
screechier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The car’s brakes made a screechy sound as it came to a sudden stop.
Τα φρένα του αυτοκινήτου έκαναν ένα τσιρίζον ήχο όταν σταμάτησε απότομα.
Λεξικό Δέντρο
screechy
screech



























