screechy
scree
ˈskri:
skri
chy
ʧi
chi
scratchy

Ορισμός και σημασία του "screechy"στα αγγλικά

01

τσιριχτός, οξύς

having a high-pitched, harsh, and grating sound that often causes discomfort 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
screechiest
συγκριτικός βαθμός
screechier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The car’s brakes made a screechy sound as it came to a sudden stop. 

Τα φρένα του αυτοκινήτου έκαναν ένα τσιρίζον ήχο όταν σταμάτησε απότομα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store