scornful
scorn
ˈskɔrn
σκορν
ful
fəl
φαλ
/skˈɔːnfə‍l/

Ορισμός και σημασία του "scornful"στα αγγλικά

01

περιφρονητικός, καταφρονητικός

feeling or showing contempt or disrespect
Παραδείγματα
Her scornful laughter stung more than any insult.
Το περιφρονητικό γέλιο της πονούσε περισσότερο από οποιαδήποτε προσβολή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store