Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to scoot
01
ξεγλιστρώ, τρέχω
to move quickly and suddenly, often with a light or nimble motion
Intransitive: to scoot | to scoot somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
scoot
γ΄ ενικό πρόσωπο
scoots
ενεστώτα μετοχή
scooting
απλός αόριστος
scooted
παθητική μετοχή
scooted
Παραδείγματα
Startled by the loud noise, the cat scooted under the bed.
Τρομαγμένος από τον δυνατό θόρυβο, η γάτα έτρεξε κάτω από το κρεβάτι.
Λεξικό Δέντρο
scooter
scoot



























