to scoot
Pronunciation
/ˈskut/

Ορισμός και σημασία του "scoot"στα αγγλικά

to scoot
01

ξεγλιστρώ, τρέχω

to move quickly and suddenly, often with a light or nimble motion
Intransitive: to scoot | to scoot somewhere
to scoot definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
scoot
γ΄ ενικό πρόσωπο
scoots
ενεστώτα μετοχή
scooting
απλός αόριστος
scooted
παθητική μετοχή
scooted
Παραδείγματα
In a hurry to answer the phone, she scooted across the room.
Στη βιασύνη να απαντήσει στο τηλέφωνο, γλίστρησε κατά μήκος του δωματίου.

Λεξικό Δέντρο

scooter
scoot
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store