Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Battleground
01
πεδίο μάχης, ζώνη μάχης
a region where a battle is being (or has been) fought
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
battlegrounds
02
πεδίο μάχης, πεδίο διαμάχης
a subject of dispute; a situation in which people disagree
LanGeek



























