Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Scholasticism
01
σχολαστικισμός, ορθοδοξία σχολαστικής ποικιλίας
orthodoxy of a scholastic variety
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
σχολαστικισμός, σχολαστική φιλοσοφία
a system of philosophy based on religious scripts and principles and Aristotelian logic, taught in medieval European universities
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
scholasticism
scholastic
scholast



























