Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
scholarly
01
ακαδημαϊκός, λόγιος
related to or involving serious academic study
Παραδείγματα
Writing a scholarly paper requires meticulous attention to detail and adherence to academic conventions.
Η συγγραφή ενός ακαδημαϊκού άρθρου απαιτεί σχολαστική προσοχή στη λεπτομέρεια και τήρηση των ακαδημαϊκών συμβάσεων.
Λεξικό Δέντρο
unscholarly
scholarly
scholar



























