Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
scholarly
01
ακαδημαϊκός, λόγιος
related to or involving serious academic study
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The scholarly article thoroughly examines the historical context of the Renaissance period.
Το ακαδημαϊκό άρθρο εξετάζει διεξοδικά το ιστορικό πλαίσιο της περιόδου της Αναγέννησης.
Λεξικό Δέντρο
unscholarly
scholarly
scholar



























