Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Schmear
01
στρώση, άλειμμα
(New York) a spread of cream cheese, typically on a bagel
Slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
schmears
Παραδείγματα
Do n't forget the schmear; it's the best part!
Μην ξεχάσετε το schmear· είναι το καλύτερο μέρος!



























