schizophrenic
Pronunciation
/ˌʃɪzəˈfɹɛnɪk/

Ορισμός και σημασία του "schizophrenic"στα αγγλικά

schizophrenic
01

σχιζοφρενικός, που πάσχει από σχιζοφρένεια

suffering from or relating to schizophrenia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02

σχιζοφρενής, ασταθής

constantly switching between different paradoxical moods and opinions
01

σχιζοφρενικός, άτομο που πάσχει από σχιζοφρένεια

someone who is suffering from schizophrenia
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
schizophrenics

Λεξικό Δέντρο

schizophrenic
schizophren
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store