Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schizophrenic
01
σχιζοφρενικός, που πάσχει από σχιζοφρένεια
suffering from or relating to schizophrenia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
psychology, medicine, health
02
σχιζοφρενής, ασταθής
constantly switching between different paradoxical moods and opinions
Schizophrenic
01
σχιζοφρενικός, άτομο που πάσχει από σχιζοφρένεια
someone who is suffering from schizophrenia
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
schizophrenics
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
schizophrenic
schizophren



























