Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Scherzo
01
σκέρτσο
a fast movement (usually in triple time)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scherzos
02
σέρτσο, ένα ελαφρύ και σύντομο ορχηστρικό κομμάτι σε γρήγορο τριπλό χρόνο
a light and short instrumental piece of music in rapid triple time that is usually part of a symphony or sonata



























