Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to scare away
01
τρομάζω, απομακρύνω
to frighten someone so much
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
away
βασικό ρήμα
scare
ενεστώτας
scare away
γ΄ ενικό πρόσωπο
scares away
ενεστώτα μετοχή
scaring away
απλός αόριστος
scared away
παθητική μετοχή
scared away
Παραδείγματα
The aggressive behavior of the competitor company scared potential investors away.
Η επιθετική συμπεριφορά της ανταγωνιστικής εταιρείας τρομοκράτησε τους πιθανούς επενδυτές.
02
τρομάζω, διώχνω
to cause an animal or person to leave a particular location by frightening them
Παραδείγματα
The barking dog helped scare away the intruders attempting to enter the property.
Το σκυλί που γάβγιζε βοήθησε να τρομάξει τους εισβολείς που προσπαθούσαν να μπουν στην ιδιοκτησία.



























