Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acerbic
01
δριμύς, πικρός
having a sour, bitter, and acidic taste that is often unpleasant
Παραδείγματα
The acerbic taste of the herbal tea lingered on his tongue.
Η αψιθυμική γεύση του βοτανικού τσαγιού παρέμεινε στη γλώσσα του.
Παραδείγματα
Her acerbic response to the suggestion was both surprising and painful for those who heard it.
Η δριμεία της απάντηση στην πρόταση ήταν και εκπληκτική και επώδυνη για όσους την άκουσαν.
Λεξικό Δέντρο
acerbic
acerb



























