savings
sa
ˈseɪ
sei
vings
vɪngz
vingz

Ορισμός και σημασία του "savings"στα αγγλικά

01

αποταμιεύσεις, ταμιευτήριο

the amount of money that one has kept for future use, especially in a bank 
savings definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She diligently set aside a portion of her income each month to contribute to her savings account. 

Αφιέρωνα επιμελώς ένα μέρος των εσόδων της κάθε μήνα για να συνεισφέρει στον ταμιευτήριο λογαριασμό της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store