savings
Pronunciation
/ˈseɪvɪŋz/

Ορισμός και σημασία του "savings"στα αγγλικά

01

αποταμιεύσεις, ταμιευτήριο

the amount of money that one has kept for future use, especially in a bank
savings definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The government encourages citizens to save by offering tax incentives for contributions to retirement savings accounts.
Η κυβέρνηση ενθαρρύνει τους πολίτες να αποταμιεύουν προσφέροντας φορολογικά κίνητρα για εισφορές σε λογαριασμούς αποταμίευσης για σύνταξη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store