sausage meat
sau
ˈsɒ
so
sage
sɪʤ
sij
meat
mi:t
mit

Ορισμός και σημασία του "sausage meat"στα αγγλικά

01

κρέας λουκάνικου, γέμιση λουκάνικου

any soft mixture of ground meat, bread, fat, etc. that is used to make sausages 
sausage meat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sausage meats
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store