Saturday
Pronunciation
/ˈsæˌtɝˌdeɪ/

Ορισμός και σημασία του "Saturday"στα αγγλικά

01

Σάββατο, το Σάββατο

‌the day that comes after Friday
Saturday definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Saturdays
κύριο
Παραδείγματα
Saturdays are when I plan and prepare meals for the upcoming week.
Τα Σάββατα είναι όταν σχεδιάζω και ετοιμάζω γεύματα για την επόμενη εβδομάδα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store