satisfaction
Pronunciation
/ˌsætɪsˈfækʃən/

Ορισμός και σημασία του "satisfaction"στα αγγλικά

01

ικανοποίηση, ευχαρίστηση

a feeling of pleasure that one experiences after doing or achieving what one really desired
satisfaction definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Despite the challenges, graduating with honors brought her immense satisfaction, a testament to her dedication.
Παρά τις προκλήσεις, η αποφοίτηση με τιμή της έφερε απέραντη ικανοποίηση, μια μαρτυρία της αφοσίωσής της.
02

ικανοποίηση

state of being gratified or satisfied
03

αποζημίωση, επιδιόρθωση

compensation for a wrong
04

ικανοποίηση

act of fulfilling a desire or need or appetite
05

ικανοποίηση, εκπλήρωση υποχρέωσης

(law) the payment of a debt or fulfillment of an obligation

Λεξικό Δέντρο

dissatisfaction
satisfaction
satisfy
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store