Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Satire
01
σάτιρα, ειρωνεία
humor, irony, ridicule, or sarcasm used to expose or criticize the faults and shortcomings of a person, government, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
satires
Παραδείγματα
Satire in literature often challenges societal norms and conventions.
Η σάτιρα στη λογοτεχνία συχνά αμφισβητεί τις κοινωνικές νόρμες και τις συμβάσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
satiric
satirical
satirist
satire



























