satanic
sa
σα
ta
ˈtæ
ται
nic
nɪk
νικ
organictitanicpuranicromanic

Ορισμός και σημασία του "satanic"στα αγγλικά

01

σατανικός, διαβολικός

extremely evil or cruel; expressive of cruelty or befitting hell 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most satanic
συγκριτικός βαθμός
more satanic
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
evil, morality, religion
02

σατανικός, διαβολικός

related to or associated with Satan 
Παραδείγματα
The cult's rituals included Satanic symbols and sacrifices. 

Τα τελετουργικά της αίρεσης περιλάμβαναν σατανικά σύμβολα και θυσίες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

satanic
satan
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store