Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Saraband
01
σαραμπάντα, αργός και μεγαλοπρεπής ισπανικός χορός
a slow, stately Spanish dance in triple time, popular during the Renaissance and Baroque periods, characterized by its dignified and solemn movements
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sarabands
Παραδείγματα
The dancers moved gracefully to the haunting strains of the saraband, their movements reflecting the solemnity and elegance of the Spanish court.
Οι χορευτές κινούνταν με χάρη στους μαγευτικούς ήχους της σαραμπάντας, οι κινήσεις τους αντικατόπτριζαν τη σεμνότητα και την κομψότητα της ισπανικής αυλής.
02
σαραμπάντα, μουσική σαραμπάντας
music that is intended for a stately Spanish dance in slow triple time with accent on the second beat, popular in the 17th and 18th centuries



























