Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Battering ram
01
κριός πολιορκίας, εφόρμηση κριοῦ
a ram used to break down doors of fortified buildings
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
battering rams



























