sandwich
Pronunciation
/ˈsændwɪʧ/

Ορισμός και σημασία του "sandwich"στα αγγλικά

01

σάντουιτς, κλειστό ψωμί

two pieces of bread with cheese, meat, etc. between them
sandwich definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sandwiches
Παραδείγματα
We packed sandwiches for our picnic in the park.
Συσκευάσαμε σάντουιτς για το πικνικ μας στο πάρκο.
to sandwich
01

σφίγγω ανάμεσα σε δύο, μπλοκάρω ανάμεσα σε δύο

insert or squeeze tightly between two people or objects
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sandwich
γ΄ ενικό πρόσωπο
sandwiches
ενεστώτα μετοχή
sandwiching
απλός αόριστος
sandwiched
παθητική μετοχή
sandwiched
02

κάνω σάντουιτς, μετατρέπω σε σάντουιτς

make into a sandwich
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store