Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sandwich
to sandwich
01
σφίγγω ανάμεσα σε δύο, μπλοκάρω ανάμεσα σε δύο
insert or squeeze tightly between two people or objects
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sandwich
γ΄ ενικό πρόσωπο
sandwiches
ενεστώτα μετοχή
sandwiching
απλός αόριστος
sandwiched
παθητική μετοχή
sandwiched
02
κάνω σάντουιτς, μετατρέπω σε σάντουιτς
make into a sandwich



























