Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sally
01
αστείο, ευφυολογία
an amusing or clever comment made quickly
Παραδείγματα
His sally broke the tension in the meeting.
Η sally του έσπασε την ένταση στη συνάντηση.
02
έξοδος, αιφνίδια επίθεση
a sudden attack made by troops from a defensive position, especially during a siege
Παραδείγματα
The sally caught the attackers off guard.
Η έξοδος πήρε τους επιτιθέμενους στον ύπνο.
03
μια βόλτα, μια περιπέτεια
a short journey, often spontaneous or adventurous
Παραδείγματα
That weekend sally gave them stories for months.
Εκείνο το σαββατοκύριακο, η sally τους έδωσε ιστορίες για μήνες.



























