Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sail through
[phrase form: sail]
01
περάσει εύκολα, επιτυγχάνω χωρίς δυσκολία
to easily succeed at doing or achieving something
Informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
through
βασικό ρήμα
sail
ενεστώτας
sail through
γ΄ ενικό πρόσωπο
sails through
ενεστώτα μετοχή
sailing through
απλός αόριστος
sailed through
παθητική μετοχή
sailed through
Παραδείγματα
With his experience, he can sail through a complex project like a pro.
Με την εμπειρία του, μπορεί να διασχίσει ένα σύνθετο έργο σαν επαγγελματίας.



























