Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sail through
01
περάσει εύκολα, επιτυγχάνω χωρίς δυσκολία
to easily succeed at doing or achieving something
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
through
βασικό ρήμα
sail
ενεστώτας
sail through
γ΄ ενικό πρόσωπο
sails through
ενεστώτα μετοχή
sailing through
απλός αόριστος
sailed through
παθητική μετοχή
sailed through
Παραδείγματα
The English test was no problem for Pedro. He sailed through it.
Το τεστ Αγγλικών δεν ήταν πρόβλημα για τον Πέτρο. Το πέρασε εύκολα.



























