Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to safeguard
01
προστατεύω, διαφυλάττω
to take steps to ensure the safety and security of something or someone
Transitive: to safeguard sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
safeguard
γ΄ ενικό πρόσωπο
safeguards
ενεστώτα μετοχή
safeguarding
απλός αόριστος
safeguarded
παθητική μετοχή
safeguarded
Παραδείγματα
Parents take steps to safeguard their children by childproofing the house.
Οι γονείς λαμβάνουν μέτρα για να προστατεύσουν τα παιδιά τους, κάνοντας το σπίτι ασφαλές για παιδιά.
Safeguard
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
safeguards
Παραδείγματα
The financial audit acted as a safeguard against potential fraud within the organization.
Ο οικονομικός έλεγχος λειτούργησε ως προστασία ενάντια σε πιθανές απάτες εντός του οργανισμού.
02
άδεια ασφαλούς διέλευσης, άδεια συνοδείας
a document, permission, or escort that ensures safe passage, especially in dangerous or wartime situations
Παραδείγματα
The ambassador was granted a safeguard for crossing the border.
Στον πρέσβη χορηγήθηκε μια εγγύηση ασφαλείας για τη διέλευση των συνόρων.
Λεξικό Δέντρο
safeguard
safe
guard



























