to safeguard
safe
ˈseɪf
seif
guard
gɑ:d
gaad

Ορισμός και σημασία του "safeguard"στα αγγλικά

to safeguard
01

προστατεύω, διαφυλάττω

to take steps to ensure the safety and security of something or someone 
Transitive: to safeguard sb/sth
to safeguard definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
safeguard
γ΄ ενικό πρόσωπο
safeguards
ενεστώτα μετοχή
safeguarding
απλός αόριστος
safeguarded
παθητική μετοχή
safeguarded
Παραδείγματα
The lifeguard diligently safeguards the pool, watching for any signs of danger. 

Ο ναυαγοσώστης προστατεύει επιμελώς την πισίνα, παρακολουθώντας για οποιαδήποτε σημάδια κινδύνου.

01

προστασία, εξασφάλιση

an act, law, rule, etc. that protects someone or something against danger or harm 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
safeguards
Παραδείγματα
The new cybersecurity law was implemented as a safeguard against data breaches. 

Ο νέος νόμος κυβερνοασφάλειας εφαρμόστηκε ως προστασία έναντι παραβιάσεων δεδομένων.

02

άδεια ασφαλούς διέλευσης, άδεια συνοδείας

a document, permission, or escort that ensures safe passage, especially in dangerous or wartime situations 
Παραδείγματα
The diplomats traveled with a safeguard through the conflict zone. 

Οι διπλωμάτες ταξίδεψαν με μια εγγύηση ασφαλείας μέσα από τη ζώνη σύγκρουσης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store