Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sadness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
She couldn't hide the sadness in her eyes after hearing the news of her grandmother's passing.
Δεν μπορούσε να κρύψει τη θλίψη στα μάτια της αφού άκουσε την είδηση του θανάτου της γιαγιάς της.
02
θλίψη, λύπη
the quality of excessive mournfulness and uncheerfulness
03
θλίψη, λύπη
the state of being sad
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
sadness
sad



























