Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Saddlebag
01
σακούλα σέλας, σακίδιο σέλας
a type of bag with two pouches that are usually placed on either side of the saddle, connected by a strap that passes under the horse or bicycle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
saddlebags
Λεξικό Δέντρο
saddlebag
saddle
bag



























