sacrilege
sac
ˈsæk
sāk
ri
ri
lege
lɪʤ
lij

Ορισμός και σημασία του "sacrilege"στα αγγλικά

01

ιεροσυλία, βεβήλωση

the act of disrespectfully treating a sacred item or place 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sacrileges
Παραδείγματα
Vandalizing a place of worship is considered a sacrilege by many religious communities. 

Η βανδαλισμός ενός τόπου λατρείας θεωρείται ιεροσυλία από πολλές θρησκευτικές κοινότητες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

sacrilegious
sacrilege
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store