Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sabbatical
01
σαββατική άδεια, σαββατικό έτος
a paid leave from work, often taken every seven years, for study or personal growth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sabbaticals
Παραδείγματα
On her sabbatical, she focused on completing her book.
Κατά τη διάρκεια του ακαδημαϊκού της αδείας, επικεντρώθηκε στην ολοκλήρωση του βιβλίου της.
sabbatical
01
σαββατικών, σχετικός με άδεια σαββατικών
of or relating to sabbatical leave
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
σαββατικός, σχετικός με το Σάββατο
of or relating to the Sabbath



























