sabbatical
sa
sə
σα
bba
ˈbæ
μπαι
ti
tɪ
τι
cal
kəl
καλ
fanaticalmathematicalviaticalproblematical

Ορισμός και σημασία του "sabbatical"στα αγγλικά

01

σαββατική άδεια, σαββατικό έτος

a paid leave from work, often taken every seven years, for study or personal growth 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sabbaticals
Παραδείγματα
She took a sabbatical to write her novel. 

Πήρε ένα ακαδημαϊκό άδημα για να γράψει το μυθιστόρημά της.

sabbatical
01

σαββατικών, σχετικός με άδεια σαββατικών

of or relating to sabbatical leave 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
academia, employment, time
02

σαββατικός, σχετικός με το Σάββατο

of or relating to the Sabbath 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store