Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Runoff
01
υπερχείλιση, ροή
the excess liquid, typically water, that exceeds the capacity of an area to contain or absorb it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
After heavy rain, the runoff from the hillsides flooded the streets below.
Μετά από ισχυρή βροχή, η υπερχείλιση από τις πλαγιές πλημμύρισε τους δρόμους παρακάτω.
02
δεύτερος γύρος, αποφασιστική εκλογή
a final election to resolve an earlier election that did not produce a winner
03
επιφανειακή ροή, απορροή
the flow of water or substances that drain away from an area of land, often carrying dirt, chemicals, or other materials
Παραδείγματα
Heavy rainfall caused runoff that flooded the streets.
Βαριές βροχοπτώσεις προκάλεσαν υπερχείλιση που πλημμύρισε τους δρόμους.



























