rune
Pronunciation
/ˈɹun/

Ορισμός και σημασία του "rune"στα αγγλικά

01

ρουνα, ρουνικός χαρακτήρας

a letter or character from the runic alphabet, used in various Germanic languages during the early Middle Ages
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
runes
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store