Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rune
01
ρουνα, ρουνικός χαρακτήρας
a letter or character from the runic alphabet, used in various Germanic languages during the early Middle Ages
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
runes
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
runic
rune



























