Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to run by
01
συζητώ με, παραθέτω σε
to tell someone about an idea, especially to know their opinion about it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
by
βασικό ρήμα
run
ενεστώτας
run by
γ΄ ενικό πρόσωπο
runs by
ενεστώτα μετοχή
running by
απλός αόριστος
ran by
παθητική μετοχή
run by
Παραδείγματα
He ran the new business strategy by his mentor for guidance.
Συζήτησε τη νέα επιχειρηματική στρατηγική με τον μέντορά του για καθοδήγηση.
02
περνώ από, κάνω μια στάση σε
to pass by a location or person during a walk or run
Παραδείγματα
I decided to run by the park on my way home from work.
Αποφάσισα να περάσω από το πάρκο στο δρόμο μου από τη δουλειά.
03
περάσω γρήγορα από, κάνω μια γρήγορη στάση σε
to make a quick stop by a place
Παραδείγματα
I need to run by the grocery store for some milk on my way home.
Πρέπει να περάσω από το μπακάλικο για λίγο γάλα στο δρόμο μου για το σπίτι.



























