Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Run-through
01
αδιάκοπη πρόβα, περασμα
an uninterrupted rehearsal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
run-throughs
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αδιάκοπη πρόβα, περασμα