run-through
run
rʌn
ran
through
θru:
throo

Ορισμός και σημασία του "run-through"στα αγγλικά

01

αδιάκοπη πρόβα, περασμα

an uninterrupted rehearsal 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
run-throughs
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store