rumba
rum
ˈrʌm
ram
ba
rhumba

Ορισμός και σημασία του "rumba"στα αγγλικά

01

ρούμπα, χορός ρούμπα

a slow, sensual Latin dance with hip movements, originating in Cuba 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rumbas
Παραδείγματα
They danced a romantic rumba at the competition. 

Χόρεψαν μια ρομαντική ρούμπα στον διαγωνισμό.

02

συγκοπή μουσική σε διπλό χρόνο για το χορό της ρούμπας, συγκοπή ρυθμός σε διπλό χρόνο για το χορό της ρούμπας

syncopated music in duple time for dancing the rumba 
to rumba
01

χορεύω ρούμπα

dance the rhumba 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
rumba
γ΄ ενικό πρόσωπο
rumbas
ενεστώτα μετοχή
rumbaing
απλός αόριστος
rumbaed
παθητική μετοχή
rumbaed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store