ruling
ru
ˈru:
roo
ling
lɪng
ling
foolingcoolingfuelingschooling

Ορισμός και σημασία του "ruling"στα αγγλικά

01

απόφαση, κατάφαση

a decision made by someone with official power, particularly a judge 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rulings
Παραδείγματα
The Supreme Court's ruling on the case set a precedent for future privacy rights. 

Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση έθεσε ένα προηγούμενο για τα μελλοντικά δικαιώματα ιδιωτικής ζωής.

01

κυβερνών, κυρίαρχος

exercising or having the power, authority, or control to govern or decide 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The ruling party implemented new policies across the country. 

Το κυβερνών κόμμα εφάρμοσε νέες πολιτικές σε όλη τη χώρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store