ruling
ru
ˈru
ρου
ling
lɪng
λινγκ
/ɹˈuːlɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "ruling"στα αγγλικά

01

απόφαση, κατάφαση

a decision made by someone with official power, particularly a judge
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rulings
Παραδείγματα
The school board 's ruling to implement a new dress code policy sparked controversy among parents and students.
Η απόφαση του σχολικού συμβουλίου για την εφαρμογή μιας νέας πολιτικής ενδυμασίας προκάλεσε διαμάχη μεταξύ γονέων και μαθητών.
01

κυβερνών, κυρίαρχος

exercising or having the power, authority, or control to govern or decide
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The ruling council enforced the regulations strictly.
Το κυβερνών συμβούλιο εφάρμοσε αυστηρά τους κανονισμούς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store