Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ruling
01
απόφαση, κατάφαση
a decision made by someone with official power, particularly a judge
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
rulings
Παραδείγματα
The Supreme Court's ruling on the case set a precedent for future privacy rights.
Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση έθεσε ένα προηγούμενο για τα μελλοντικά δικαιώματα ιδιωτικής ζωής.
ruling
01
κυβερνών, κυρίαρχος
exercising or having the power, authority, or control to govern or decide
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
politics, authority, governance
Παραδείγματα
The ruling party implemented new policies across the country.
Το κυβερνών κόμμα εφάρμοσε νέες πολιτικές σε όλη τη χώρα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
ruling
rule



























