Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ruckus
01
θόρυβος, φασαρία
a noisy argument or activity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ruckuses
LanGeek



























