rucksack
ruck
ˈrʌk
rak
sack
sæk
sāk

Ορισμός και σημασία του "rucksack"στα αγγλικά

01

σακίδιο, τσάντα πλάτης

a bag designed for carrying on the back, usually used by those who go hiking or climbing 
rucksack definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rucksacks
Παραδείγματα
She packed her rucksack with all the essentials for the weekend hike. 

Συσκεύασε την σακούλα της με όλα τα απαραίτητα για την πεζοπορία του Σαββατοκύριακου.

Λεξικό Δέντρο

rucksack

ruck

+

sack

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store