rubberlike
ru
ˈrʌ
ra
bber
bə
bē
like
ˌlaɪk
laik

Ορισμός και σημασία του "rubberlike"στα αγγλικά

rubberlike
01

καουτσουκένιος, ελαστικός σαν καουτσούκ

characterized by elasticity, resilience, and a soft, flexible feel 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most rubberlike
συγκριτικός βαθμός
more rubberlike
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
material, texture, physical_property
Παραδείγματα
The rubberlike coating on the handle made it easy to grip. 

Η καουτσούκ επικάλυψη στη λαβή έκανε εύκολη την πιάνει.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

rubberlike
rubber
rub
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store