Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rounded
01
στρογγυλεμένος, με στρογγυλεμένες άκρες
having a smooth and curved shape, lacking sharp angles or corners
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most rounded
συγκριτικός βαθμός
more rounded
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The rounded contours of the sculpture gave it a sense of fluidity and grace.
Τα στρογγυλεμένα περιγράμματα του αγάλματος του έδωσαν μια αίσθηση ρευστότητας και χάρητος.
02
στρογγυλεμένος, χειλιωμένος
(phonetics)(of a speech sound) pronounced with the lips in a round and pursed position
Λεξικό Δέντρο
roundedness
unrounded
rounded
round



























