Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Roughneck
01
μπράβος, αλήτης
a person considered aggressive, violent, or physically intimidating
Disapproving
Informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
roughnecks
Παραδείγματα
Everyone feared the roughneck on the construction site.
Όλοι φοβόντουσαν τον roughneck στο εργοτάξιο.



























