rough water
rough
ˈrʌf
raf
wa
wɔ:
vaw
ter

Ορισμός και σημασία του "rough water"στα αγγλικά

01

ταραγμένα νερά, θυελλώδης θάλασσα

turbulent or choppy water conditions caused by strong winds, currents, or storms 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The boat struggled to stay steady in the rough water. 

Η βάρκα αγωνίστηκε να παραμείνει σταθερή στα τυρφωμένα νερά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store