Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rotisserie
01
ψησταριά, σουβλατζίδικο
a restaurant that specializes in barbecued or roasted meat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rotisseries
02
ψησταριά, περιστρεφόμενο σουβλάκι
a piece of cooking equipment with a metal stick on which meat is spun



























