Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rote
01
rote, λύρα τόξου
*a bowed lyre, a type of stringed instrument, associated particularly with Welsh music, now archaic but once widely played in Europe
02
απομνημόνευση, μηχανική μάθηση
mechanical learning by repetition and frequent recall rather than meaningful understanding
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
I tried to avoid rote memorization and instead focus on conceptual learning.
Προσπάθησα να αποφύγω την αποστήθιση και να επικεντρωθώ αντί για αυτό στη μάθηση με βάση τις έννοιες.



























