to root for
Pronunciation
/ɹˈuːt fɔːɹ/

Ορισμός και σημασία του "root for"στα αγγλικά

to root for
[phrase form: root]
01

υποστηρίζω, ευχομαι επιτυχία

to support someone or a team or hope that they will succeed
Transitive: to root for sb
to root for definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
for
βασικό ρήμα
root
ενεστώτας
root for
γ΄ ενικό πρόσωπο
roots for
ενεστώτα μετοχή
rooting for
απλός αόριστος
rooted for
παθητική μετοχή
rooted for
Παραδείγματα
The fans will root for the athlete, no matter the outcome of the race.
Οι φίλαθλοι θα υποστηρίξουν τον αθλητή, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα του αγώνα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store