root canal
root
ˈru:t
ρουτ
ca
κα
nal
næl
ναιλ

Ορισμός και σημασία του "root canal"στα αγγλικά

01

θεραπεία ριζικού καναλιού, απονεύρωση

a dental procedure to remove infected or damaged pulp from a tooth's root canal system 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
root canals

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store