Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to roost
01
καθιζάνω, ξεκουράζομαι
(birds or bats) to settle or rest on a perch or in a shelter for sleep or rest
Παραδείγματα
The owls roost high in the pine trees, away from human activity.
Οι κουκουβάγιες κουρνιάζουν ψηλά στις πεύκες, μακριά από την ανθρώπινη δραστηριότητα.
02
καθιζάνω, παραμένω
settle down or stay, as if on a roost
Roost
01
κούρνια, μέρος ανάπαυσης πουλιών
a place where birds settle and rest
Λεξικό Δέντρο
rooster
roost



























