Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to roost
01
καθιζάνω, ξεκουράζομαι
(birds or bats) to settle or rest on a perch or in a shelter for sleep or rest
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
roost
γ΄ ενικό πρόσωπο
roosts
ενεστώτα μετοχή
roosting
απλός αόριστος
roosted
παθητική μετοχή
roosted
Παραδείγματα
The birds roost in the large oak tree every evening.
Τα πουλιά κουρνιάζουν στη μεγάλη δρυ κάθε βράδυ.
02
καθιζάνω, παραμένω
settle down or stay, as if on a roost
Roost
01
κούρνια, μέρος ανάπαυσης πουλιών
a place where birds settle and rest
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
roosts
Λεξικό Δέντρο
rooster
roost



























