rookie
roo
ˈrʊ
roo
kie
ki
ki
roomie

Ορισμός και σημασία του "rookie"στα αγγλικά

01

αρχάριος, νέος

a person in their first year of professional competition or activity 
rookie definition and meaning
Παραδείγματα
The rookie quarterback impressed coaches and fans alike with his poise and skill on the football field, showing great promise for the season ahead. 

Ο νέος ποδοσφαιριστής εντυπωσίασε προπονητές και οπαδούς με την ψυχραιμία και την ικανότητά του στο γήπεδο, δείχνοντας μεγάλη υπόσχεση για την επερχόμενη σεζόν.

02

αρχάριος, νέος

an inexperienced young person, especially in a particular activity or field 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rookies
Παραδείγματα
The rookie made several mistakes during his first day on the job. 

Ο αρχάριος έκανε πολλά λάθη κατά την πρώτη του μέρα στη δουλειά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store